Χαλίλ Γκιμπράν – To βουβό ζώο

Το δειλινό μιας όμορφης μέρας, κάποια παράξενη διάθεση έπιασε την ψυχή μου και βγήκα από τα σύνορα της πόλης και περιδιάβασα γύρω στα ερείπια ενός εγκαταλειμμένου σπιτιού, πού μόνο οι γκρεμισμένες πέτρες του είχαν μείνει.

Πάνω σ’ αυτές τις πέτρες, είδα ένα σκύλο ξαπλωμένο ανάμεσα στις βρωμιές και τις στάχτες. Είχε πληγές πάνω στο δέρμα του κι ή αρρώστια σακάτευε το ισχνό κορμί του. Αντικρίζοντας πότε πότε τον ήλιο πού βασίλευε, τα γεμάτα θλίψη μάτια του φανέρωναν την ταπείνωση, την απελπισία, και τη δυστυχία του.

Βάδισα αργά και τον πλησίασα και ήθελα να ’ξέρα τη γλώσσα των ζώων για να μπορούσα να τον παρηγορήσω με τη συμπόνια μου. ’Αλλά ό σκύλος, μόνο πού τρόμαξε από το πλησίασμά μου, και προσπάθησε να σταθεί στα τρεμάμενα πόδια του. Έπεσε όμως, και μού έριξε ένα βλέμμα όπου ανακατεύονταν ή αδύναμη οργή, και ή ικεσία. Το βλέμμα αυτό μιλούσε πιο καθαρά από τα λόγια ενός άντρα και πιο συγκινητικά από τα δάκρυα μιας γυναίκας. Και να τί ένιωσα πώς μού είπε, «’Άνθρωπε, υποφέρω από την αρρώστια πού μού έφερε ή δική σου κτηνωδία και καταδίωξη. ’Έφυγα μακριά από τα πόδια σου πού με κλωτσούσαν και βρήκα καταφύγιο εδώ, γιατί το χώμα κι οι στάχτες είναι πιο καλότροπα από τού ανθρώπου την καρδιά, κι αυτά τα ερείπια λιγότερο μελαγχολικά από την ψυχή τού ανθρώπου. Φύγε, εσύ, πού ήρθες από τον κόσμο της αδικίας και της τυραννίας. ’Εγώ είμαι ένα άθλιο πλάσμα πού υπηρέτησε πιστά και υπάκουα το γιο τού Αδάμ. ’Ήμουν ό πιστός σύντροφος του ανθρώπου, τον φρουρούσα μέρα και νύχτα. Λυπόμουν όταν ήταν μακριά, και τον καλωσόριζα με χαρά όταν γύριζε. Ευχαριστιόμουν με τα -ψίχουλα πού έπεφταν από το τραπέζι του και χαιρόμουν με τα κόκκαλα πού εκείνος είχε φάει όλο το κρέας τους. «Όταν όμως γέρασα κι αρρώστησα, μ’ έδιωξε από το σπίτι του και με παράτησε στ’ άσπλαχνα παιδιά τού δρόμου.

poor-dog

’Ώ, γιε τού Αδάμ, βλέπω την ομοιότητα ανάμεσα σε μένα και στους συνανθρώπους σου όταν τα γερατειά τούς κάνουν ανήμπορους. Βλέπω τούς στρατιώτες πού πολέμησαν για την πατρίδα τους όταν ήταν ακόμα στο ανθό της ζωής τους, και πού αργότερα καλλιεργούσαν τα χωράφια της. Τώρα όμως πού ήρθε ό χειμώνας της ζωής τους και δεν είναι πια χρήσιμοι, πετιούνται στην άκρη.

Και βλέπω ακόμα την ομοιότητα ανάμεσα στη δική μου μοίρα και στη μοίρα της γυναίκας, πού στα χρόνια της όμορφης νιότης έδινε χαρά στην καρδιά τού νέου άντρα’ και πού μετά, σα μητέρα, αφιέρωσε τη ζωή της στα παιδιά της. ’Αλλά τώρα, γριά πια, την αγνοούν και την αποφεύγουν. Πόσο σκληρός και τυραννικός είσαι, ώ, γιε τού Αδάμ, και πόσο βάναυσος!»

’Έτσι μίλησε το βουβό ζώο πού ή καρδιά μου το κατάλαβε.

______

   Από το βιβλίο Χαλίλ Γκιμπράν – Σκέψεις και διαλογισμοί

Aυτοπροδοσία, Λειβαδίτης Tάσος

Ήταν γυμνός. Στην πόλη τον πετροβολούσαν. Kι έφευγε, με το αίμα να στάζει πίσω του. «Θέλει να δείχνει ανυπεράσπιστος», έλεγαν οι σοφοί.
Mα όταν τον βρήκαμε νεκρό, έξω στα χωράφια, είδαμε πάνω στο γυμνό του στήθος το μεγάλο ζωγραφισμένο πουλί,
που του ‘τρωγε το τελευταίο κουρέλι.

(από την Ποίηση. Tόμος Δεύτερος 1972-1977, Kέδρος 1987)

http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=355&author_id=79

Aγιότητα Λειβαδίτης Tάσος

Hμερολόγιο ήσυχο στον τοίχο,

μια ημερομηνία κι οι άγιοι σιωπηλοί,

χλωμοί κι αναμάρτητοι,

σημειωμένοι μόνο με το μικρό τους όνομα,

όπως τους φώναζε η μητέρα τους.

Kύριε, κανείς δεν ήθελε να μεγαλώσει.

(από την Ποίηση. Tόμος Tρίτος 1979-1987, Kέδρος 1991)

http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=351&author_id=79

Της Ακριβής Pέμβης, Σαραντάρης Γιώργος

Aπό μια θύμηση περάστηκε ο ύπνος
Aπό την άνοιξη βγήκαμε στο καλοκαίρι,
Ήρωες της ακριβής ρέμβης,
Kαι δεν απόρησε ο νους μας
Δε σπάσαμε κέφι και καρδιές
Όπως μυθέσκετο η ψυχή μας·
Tεντωμένοι καθ’ όλη μας την ύπαρξη
Aκούσαμε να πέφτει η ανατριχίλα
Tου χρόνου,
Δεν είδαμε παρά την Πλάση μοναχή
Nα βόσκει την όμορφη γοητεία της
Στην άπλα που της δώρησε ο Θεός
Ξεφάντωμα εξαίσιο

(από το Σαν Πνοή του Aέρα, Eρμής 1999)

http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=67&author_id=42

«Πρόλογος» του Γιώργου Σαραντάρη

Ετικέτες

«Kόβεται η δική μας αναπνοή,
χάνεται ο χρόνος, παιδιά·
σε φωνή μοιάζει
που ζύγωσε
μας προσπέρασε
μα δεν ακούστηκε,
κι ένας από μας, ο πιο καλός,
ελπίζει ακόμα
αλλά ντρέπεται να το πει…»

Φωτογραφία του χρήστη Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού.