Σα φίδι το βλέμμα σας
γλυστρούσε στο σκοτεινό μου περίγραμμα…
Εκείνα τα κρύα πρωινά
που σπάθιζα τη θλίψη
κόβοντας ένα-ένα τα σχοινιά
που είχαν προορισμό τα πόδια μου,
τα χέρια μου
και την καρδιά μου…
Σας πρόλαβα
πάνω στην ώρα
που σκυμμένοι στο χώμα
σχεδιάζατε χάρτες μυστικούς
ρωτώντας μάγους  και πλανόδιους γητευτές…
Ακατανόητες λέξεις βγαίναν απ’ το στόμα σας.
Κι’ ανεβαίνοντας ολοταχώς προς τον ήλιο
είδα το χέρι σας τρεμάμενο
να σημαδεύει το μυαλό μου.

Δυό φτερούγες πελώριες
με κλείσανε
με κρότο δυνατό.
Κι’ ο πυροβολισμός σας έσβησε
αφού άθελα πατήσατε τα πλήκτρα τ’ ουρανού
Κι’ ασταμάτητα μελωδεί το σύμπαν
Μα είσαστε πια μακριά…

Κάπου κάπου
αγναντεύω τις σκιές σας στο σούρουπο.
Μέσα σε ομίχλη πολλή βαδίζετε
Με θόρυβο πολύ οπισθοχωρείτε.
Και λέω πως δεν σας έπρεπε
μια τόσο άτακτη φυγή…

Advertisements