Τότε ξυπνούσα εύκολα τις Κυριακές!
Δεν ήταν μάλλον από πρώιμη ευσέβεια
όπως το ερμήνευαν συνήθως οι μεγάλοι.

Τώρα δεν θέλω να ξυπνάω τις Κυριακές…

Αν ο Θεός μου με γεμίσει ενοχές
που ακούω συχνά τις καμπάνες ακίνητη,
Θα τον γεμίσω κι’ εγώ
που πήρε τη χαρά απ’ τις Κυριακές μου.
Έτσι λοιπόν, γυρίζω στ’ άλλο μου πλευρό
μ’ ένα πετάρισμα γοργό και ώπ!
Αρχίζω ετοιμασίες για την Εκκλησιά.
Με το ροζ κυπελάκι να πιάσω νερό
βιαστικά, μην αδειάσει η κρεμαστή βρυσούλα, η τσίγκινη…
Να πλύνω πρόσωπο και χέρια βιαστικά.
Λουστρινάκια στα πόδια, νούμερο 28.
Πικέ φουστανάκι, με φούσκα μανικάκι!
Τραγουδάκι στο στόμα, ζωγραφιά στη ματιά!
Λευκό φόντο, με κίτρινα και κόκκινα και πράσινα παιχνίδια,
παπάκια, τόπια, κούκλες, παγωτά.

Πώς φέγγουν τα κεριά στα μανουάλια!!!
Σαν το Χριστό ,εκεί ψηλά στο στρογγυλό τον τρούλλο!
Και οι γριές που γονατίζουν ,Άγια που έχουν πρόσωπα!
Γλυκόπικρη η μεταλαβιά,
προσωρινά χορταστική μπουκίτσα και τ’ αντίδωρο
καθώς απ’ τη στροφή μυρίζει κιόλας, το φαγητό της Κυριακής!

Πόσες φορές θ’ αλλάξω άραγε πλευρό
μέχρι ν’ ανοίξω τη ντουλάπα μου νωθρά…
Για να τραβήξω μια μαύρη φούστα, κάτω απ’ το γόνατο…

Δεν θέλω να ξυπνάω πια τις Κυριακές!

Advertisements