Φωτεινὸ σχῆμα πλοίου στὸ σκοτάδι,
ποὺ ὁρίζει μίαν θάλασσα ἀθέατη
μοιάζει τῆς καρδιᾶς ἡ ἀκοή.

Κι ἀψηφᾷ τοὺς λογισμοὺς τοῦ νοῦ,
τοὺς τεχνητούς.

Ἦταν ἡ ἀνάσα σου φυγᾶς
μέσα ἀπ᾿ τὶς μάχες ποὺ δὲν ἔδωσες.
(κι ἂς ὀνειρεύτηκες πολλὲς φορὲς τὴν τέλεια ἔκβασή τους).

Δέντρα μὲ καμένα κλαδιὰ
κι ὁ χρησμὸς ἔκπτωτος,
λαφροφτέρουγα σὲ βράχο στυγνό.

Φυσοῦν ἀγνώριστα τὰ γεγονότα
κι ἡ μνήμη σφαῖρα.

Μία παγωμένη θάλασσα ἡ ζωὴ στὸ βάθος .

Ἀνεπαίσθητη,
ἀνώδυνη,
εἰρηνική.

Τὸ πλοῖο, σύγκορμο ξίφος, φωνῆς ἄγριας,
Ἀφημένης.

Ἄδειο θέατρο σ᾿ ἀκρογιάλι ἀλλοτινό·
μάρμαρα διάφανα σὲ ἥλιο ἀνήλεο·
πάλλευκο πιάνο, ἀοιδὸς ἀνερμήνευτη
ὁ ἀντίλαλος μίας νύχτας ποὺ μετοίκησε
στὴν ἄστεγη μάσκα τῆς Ἰοκάστης.

Advertisements