Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιοΕτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τα αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο.
Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος.
Λαχανιάζουν.
Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε.
Χρόνια τώρα.
Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
πάνου απ’ την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δύο βουνά το λιόγερμα

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι Συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους
-έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
και έχουνε τον καημό βαθιά-
βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι,
ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε,
ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τα άγρια γένεια τους
όταν κοιμούνται,
δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται,
η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Και να αδελφέ μουπου μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη.
‘Ετσι να λέμε πια τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη.
Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα.»
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.
Advertisements