εκδ. Κονιδάρη, 2008

ΠΟΙΗΜΑ Α΄

Στο μαλακό φως των κεριών
ρέουν τα πρόσωπα
παραπόταμοι που πάνε να ενωθούν
στ’ αργά νερά μίας λιωμένης Άνοιξης,
πολύχρωμη λάβα που με καταπίνει
καθώς απ’ τις κυλιόμενες σκάλες της μνήμης μου
αναδύεσαι όπως τότε, ελαφριά και αέρινη.
Φυσάει και γεμίζουν οι δρόμοι από εσένα.
Εύπλαστος πηλός που κολλάει στα χείλη μου
τ’ όνομά σου,
άσπλαχνη φλόγα που τρώει τα σπλάχνα μου
η μορφή σου,
τα μαλλιά σου μπερδεμένα λύνουν το αίνιγμα του κόσμου.
Όλα τα σπίτια βλέπουν προς τον ακάλυπτο
ώμο σου,
τα δάχτυλά σου απαλά ν’ ανεμίζουν σαν κρόσσια του ύπνου
στους κροτάφους μου
κι η εκκλησιά φωταγωγείται απ’ το αναστάσιμο φως
των ματιών σου.
Ω γλυκύ μου έαρ,
να μια φορά που το κερί σου θα σβήσει
απ’ το επιτάφιο δάκρυ μου,
να μια φορά που ο ήλιος ντροπιασμένος θα δύσει
γιατί δε θα φτάσει πιο ψηλά απ’ την ευτυχία μου…

Όμως στο κεφάλι μου ο ουρανός
κάποτε θ’ ακουμπήσει κατακόκκινο το ακάνθινο φεγγάρι του.
Κι ο κόσμος όλος θα φωνάξει:
«Ιδού ο βασιλεύς των ανιδέων!…»

Advertisements