Νικηφόρος Βρεττάκος, Το βάθος του κόσμου (1961)

Φαγωμένα, καμπούρικα, τρέχουν τα χέρια.
Το μεροκάματο είναι το μόνο τους άνθος.
Φουχτιάζουν το μέταλλο φουχτιάζουν το κάρβουνο,
γαντζώνουν σαν νύχια γερακιού το ψωμί.
Ο μισθός των ανθρώπων δε φτάνει να βλέπουν.
Δε φτάνει ν’ ακούν, ν’ αγαπούν
και να σκέφτονται.
Η μεγάλα στρατιά τους:
ένα ποτάμι, ατέλειωτο, άμορφο.
Ο μισθός τους δε φτάνει να γίνουνε πρόσωπα.
Κι ο λόγος, το ξέρω, δεν φτάνει ως τη μαύρη
μάζα τους, ούτε σαν σταγόνα λαδιού.
Κι ο λόγος μου, λόγος του καιόμενου αίματος,
δε φτάνει για τίποτα. Σε μι’ απέραντη νύχτα
μοιάζει σα νάχω μόλις ανάψει
ένα κερί.

 

Advertisements