Λίνα Κάσδαγλη

Ὁ παλιὸς ζωγράφος νήστεψε πολύ,
ἔκανε τὴν προσευχὴ του κατὰ τὴν ἀνατολή,
ἔπιασε μὲ κατάνυξη τὸ πινέλο καὶ χάραξε
τὰ κερένια χέρια καὶ τὰ χαμηλωμένα μάτια της
καὶ τὸ στρογγυλὸ μάγουλο τοῦ Βρέφους.

Εἶχε ὅμως στὰ πόδια του ἕνα σκύλο μ’ἀγαθὴ ματιά,
ὁ κότσυφας σφύριζε τὸν ὄρθρο στὴν ἰτιά,
κ’ ἡ καλόγρια ἔβγαζε νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι
κ’ ἔψελνε ἕνα τροπάριο στὴ Χαριτωμένη.

Ὁ ζωγράφος ἔκανε τὸ σταυρὸ του κ’ ἔγραψε: Μήτηρ Θεοῦ.
Καὶ δὲν ἤξερε πὼς εἶχε ζωγραφίσει μία μητερούλα ταπεινή,
ποὺ σκυμμένη νανουρίζει τὸ μωρό της μὲ ψιλὴ παιδιάτικη φωνή.

Χωρὶς ἄλλο ἡ Παναγιὰ σηκώνεται πρωί-πρωὶ
καὶ γυρνάει τὴ ρόκα της ὡς τὴν ὥρα ποὺ σημαίνει ἑσπερινός.
Ἡ μία μέρα πλάι στὴν ἄλλη πάει στρωτὰ
σὰν τὰ γράμματα τοῦ Ὀκτώηχου –
κ’ ἡ βδομάδα ἀρχίζει μ’ ἕνα κόκκινο μεγάλο κεφαλαῖο:τὴν Κυριακή.)

Χωρὶς ἄλλο τὸ μωρό της παίζει μὲ μιὰ γίδα κανελλιά,
κ’ ἐκείνη τὸ κοιτάζει μὲ πελώρια μάτια ἐκστατικά,
ποὺ δὲν πίστεψαν ἀκόμα ὁλότελα τὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου.

Κι ὅπως εἶναι ἁπλὴ κι ἀνήξερη, καὶ δὲ φοβᾶται τὸ κακό,
λέει στὴν προσευχή της νὰ γεμίσουνε καρπὸ oι δαμασκηνιές,
νὰ γιάνουν τὰ μικρά, ποὺ τὰ πείραξε τῆς καρυδιᾶς τὸ ἀγερικό.

Μοναχὰ τὴν ὥρα ποὺ μακραίνουν οἱ ἴσκιοι στὶς γωνιὲς
ἁπλώνεται καὶ στὴν ἄσπρη ψυχή της ὁ ἄγνωστος ἴσκιος τοῦ Σταυροῦ
καὶ τότε μπορεῖς ν’ ἀκουμπήσης στὴν ποδιά της καὶ νὰ φωνάξης σιωπηλὰ
τὸν πλούσιο πόνο, τὸν ἀτέλειωτο καημὸ τοῦ κόσμου,
τὸ μεγάλο σου φόβο,τὸ μεγάλο φόβο τῆς ἀγάπης…

Κ’ ἡ Παναγιὰ θὰ σὲ νανουρίζη, μαζὶ μὲ τὸ μωρό της, χωρὶς νὰ μιλᾶ…

Advertisements