Ε. Χ. Γονατάς

Φωτό

Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ,
«Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης»
Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000.

Εἶχε κρεμάσει μικροὺς καθρέφτες πάνου στὰ δέντρα γιὰ νὰ
βλέπωνται τὰ πουλιά.
*
Τὰ σύννεφα παραμέρισαν λίγο καὶ στὸ ἄνοιγμα πρόβαλε μισὸ
κίτρινο φεγγάρι: Ἕνα μεγάλο κέρινο αὐτὶ ποὺ τσιτώθηκε καταμεσὶς τ’ οὐρανοῦ ν’ ἀκούσει.
*
Ὁ ἥλιος γιόμισε πορτοκάλλια τὸ δωμάτιο. Ἀπ’ τὰ χαλιὰ ξεκόλλησαν πουλιά• καθὼς πετοῦν ὁλόγυρα, τὰ ἔπιπλα καθρεφτίζουν τὶς ὡραῖες τους φτεροῦγες ποὺ διώχνουν μακριὰ τὸ θάνατο.
*
Οἱ κρίνοι, ἐκεῖνα τὰ χαμόγελα στὶς ἄκριες τῶν βράχων.
*
Τὸ δάσος πάνω σὲ τέσσερεις ξύλινες ρόδες ἔφευγε μουγκρίζοντας
σὰν καταρράχτης ἀνάμεσα ἀπ’ τὰ βουνά.
*
Ὁ ἀγέρας ζώνει ὁλοῦθε τὸ καμπαναριό• μέσα του εἶναι κλεισμένο
ἕνα μικρὸ πράσινο ἐλάτι ποὺ προσεύχεται ἀναμαλλιασμένο κι ἁλμυρό.
*
Τὰ κλειδιὰ τοῦ φεγγαροφράχτη χορεύουν στὴ ζώνη σου σὰν ἀσημένια ψάρια.
*
Ὑπομονή. Θὰ πήξει τὸ δάκρυ, θὰ γίνει νησί.

Advertisements