τα παιδιά του Πειραιά εγώ είμαι πάλι, εγώ στη μέση της απόστασης να ξαποσταίνω, να κάθομαι. τα παιδιά του Πειραιά τα χειλάκια σου είναι, η άκρη του νήματος των στιγμών των φιλιών σου. τα παιδιά του Πειραιά δεν είσαι εσύ, μη φοβάσαι, αγάπη μου, εσύ είσαι πάντα εκεί ψηλά στον Υμηττό, στης καρδιάς μου τα βάθη.

*

προδώσ’ τε με το αξίζω! αξίζω να με χρωστάτε σαν τριάντα αργύρια στης ζωής σας τον ετήσιο θάνατο, σαν μοναδικό συγγενή σας με τ’ ουρανού τ’ ανοίγματα, σαν σπουργίτι στων παραθύρων σας τα τζάμια απέξω, στων ψιθύρων σας τη μαύρη αντίδραση, προδώσ’ τε με γιατί το αξίζω! μη μείνετε μαζί μου στον αιώνα τον άπαντα, από ‘δω στην αιωνιότητα. εγώ δεν σας θέλω μαζί μου τόσο πολύ, εγώ σας βαριέμαι. προτιμάω μόνος μου εδώ ψηλά, προτιμώ να πετάω!

*

κατά τ’ άλλα, σ’αγάπησα. σε θέλω κι έτσι, κι όπως πριν, κι όπως τώρα, κι όπως στο μέλλον. σε θέλω για μένα μόνο αποκλειστικά, γιατί εσύ είσαι σαν κι εμένα, Ιπτάμενος Ολλανδός, μικρή μου ολλανδέζα, και με το δάχτυλό σου το δαχτυλάκι σταματάς την πλημμύρα μου προς της ζωής σου την υποβρύχια υπομονή, προς της πατρίδας σου την άγρια χαμηλόφωνη επικράτεια. είδες το τείχος που σε φυλάει από μένα να στάζει αίμα θολό σαν νερό, κι έτρεξες και πρόλαβες μη χυθώ μέσα σου και σε πνίξω, μη σε πάρω, αγάπη μου, να φύγουμε, μη σ’ αγαπήσω όπως σ’ αγάπησα. σαν αίμα, αίμα θολό σαν νερό.

*

όχι, δεν τη σκότωσα. θα το ‘θελα, βέβαια, θα το ‘χα κάνει, αλλά μετά σκεφτόμουνα τη χαρά που θα της έδινα έτσι, κι έκανα πίσω, ευτυχώς. δεν τη σκοτώνω γιατί θέλω να δεθώ μαζί της, δεν θέλω άλλο της ζωής της την εξυπνάδα, το πρόχειρο φως. ύστερα, είχα κι εγώ ιερή υποχρέωση να μην πεθάνω δίπλα της, να μ’ αφήσω να ζήσω. έτσι έφτασα όπως έφτασα ως σήμερα, για να φαίνομαι έτσι μαυρόασπρος μετά τα χρώματα, κατόπιν εορτής. για να μη φοβάμαι.

*

η Κάλλας πάλι! για τρισχιλιοστή, για εκατομμυριοστή φορά. η Κάλλας, η ψυχή μου δηλαδή, πάλι τραγουδώντας με τον άνεμο μέσα μου κάθε δύσκολο, όλο και πιο δύσκολο έργο, κάθε τρέλα του καθενός, όχι μόνο των μουσικών, όχι μόνο. τις παρτιτούρες τις σέρνω απ’ τα μυαλά, από τις καρδιές των ανθρώπων έξω. χωρίς ένταλμα, χωρίς εισαγγελέα, μπαίνω σε κάθε πολυκατοικία, σε κάθε διαμέρισμα βιαστικά, και τους αρπάζω απ’ τα μαλλιά, και τα δίνω όλα για να τραγουδήσω ακόμα και την πιο ασήμαντη νότα κάθε ανθρώπου δίπλα μου καλά.

*

παίζω ένα παιχνίδι σκληρό, πιο ποδόσφαιρο κι απ’ το ποδόσφαιρο, πιο συγκινητικό: λέγεται Α.Ε.Κ. Εγώ Κάλιαρι Εσύ, και Γουέστ Χαμ ο κόσμος όλος γύρω μας, Άστον Βίλλα, Στόουκ Σίτυ τελικά. αυτό το παιχνίδι είναι παιχνίδι σαν τη Μονόπολη, σαν το Φιδάκι και τον Γκρινιάρη μαζί. είναι ένας κύκλος που κάνω μες στους κύκλους σας βουβός, ψάχνοντας όλες τις άκρες, τα πιο μοναχικά στενά και μονοπάτια.

*

ένα μέρος του έρωτα μπορεί να πηγαίνει μες στη νύχτα εδώ μόνο του κι έρημο για μια άλλη πόλη πολύ πιο πολύ της νύχτας, για μιαν άλλη ιστορία τελείως απλή να τραβάει το σκοτεινό αυτό κομμάτι του ακόμα πιο αθώου κι απ’ τον έρωτα πανικού μου, για μιαν άλλη ακόμα πιο επικίνδυνη έξοδο κινδύνου του εαυτού μου. να βγει όπου βγει, να δει από μια χαραμάδα σαν την ψυχή ωραία ψεύτικη, αν φαίνεται τίποτα κι απ’ τον έρωτα πιο τρελό, να με σώσει, να με γλιτώσει επιτέλους το μέρος το έρημο του έρωτα αυτό. απέναντι, είναι όλοι οι άνθρωποι μαζί, όλων οι ιστορίες. κι η δικιά μου ιστορία ακόμα μπορεί κι αντιστέκεται. ακόμα μπορεί να υπάρχει, η όμορφη, η δύσκολη, η μικρή.

*

να μην πεθάνω χωρίς εσένα, να μη με πάρει ο Χάρος μακριά σου. να μην πεθάνω χωρίς το χέρι σου το τρυφερό στα μαλλιά μου, χωρίς το βλέμμα σου το συγκινητικό στα χέρια μου. να μην πεθάνω καθόλου άμα δεν είσαι εσύ. να ζήσω για να σε δω, για να σε βλέπω να με βλέπεις, να μ’ αγαπάς, να μου μιλάς. αυτή η ζωή είναι πολλή ζωή, πολύ Παράδεισος μ’ εσένα, και να φύγω δεν θέλω, με κανένα τρόπο, ποτέ. όταν είσαι εδώ, είμαι πάλι έτοιμος για όλα: και να πεθάνω θα ‘θελα, και να μην πεθάνω. αρκεί εσύ να ‘σαι εδώ, εκεί πέρα.

*

έτσι λοιπόν. πώς είμαι κι εγώ μαζί μ’ όλα αυτά τα λόγια ακόμα είναι θαύμα, τι άλλο να πω; γύρω πάντα ο κόσμος όλο στρατιωτάκια, όλο στολές. σπρώχνω μερικά κι αναποδογυρίζουνε, κι άντε πάλι απ’ την αρχή να τα ξαναστήνω, να τα ξαναδολοφονώ. δεν χρειάζεται να τα κοιτάω πια, ξανασηκώνονται και με το μολύβι μου τα μολυβένια στρατιωτάκια, ξαναστέκονται, ξαναπαρατάσσονται, ξαναπέφτουν, ξαναλερώνονται, ξανά εκεί είναι. ενός το χέρι μόνο σαν να κινείται μόνο του, σαν να ‘ναι από άνθρωπο κανονικό κολλημένο πάνω του, κι ενός άλλου το μυαλό σαν ν’ ακούει, σαν να υπακούει, σαν να σκέφτεται. να μπορούσα και μάτια να του χαρίσω εγώ, να δει για λίγο σαν κι εμένα αλλιώς. μετά να πεθάνει.

*

πιο πέρα πάλι, ο κόσμος υπάρχει και δεν υπάρχει, συνεχίζεται και δεν συνεχίζεται σαν παλιά. στη θάλασσα μόνο βλέπω λίγη χαρά, λίγο φως, λίγη άνοιξη. γιατί να ‘ναι τόσο πολλή η θάλασσα πάντα, αν ούτε αυτή υπάρχει, ούτε Θεός; γιατί κι εγώ να μένω τόσο ήσυχος δίπλα της, σαν άνθρωπος, σαν διάβολος, σαν χαζός;

Σωτήρης Κακίσης
Όλων οι ιστορίες
Ερατώ 2006
Advertisements