ποιητς Γιργος Σαραντάρης

 

Γράφει ὁ Μοναχὸς Μωυσῆς, Ἁγιορείτης

.           Ἔχω καὶ παλαιότερα ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ποίηση, τοὺς ποιητὲς καὶ τὰ ποιήματα. Μάλιστα σὲ καιροὺς πεζοὺς καὶ ἡμέρες δύσκολες. Ἡ ποίηση θεᾶται σήμερα εἰρωνικά.
.        Ἐν τούτοις συνεχίζουν νὰ ἀσχολοῦνται ἀρκετοὶ μ’ αὐτή. Ἡ πρόσφατη ἀνάγνωση ἑνὸς ὡραίου γι’ αὐτὴ βιβλίου μ’ ἔκανε νὰ σύρω εὐχάριστα τὶς παρακάτω γραμμές.
.      Πρόκειται καὶ γιὰ τὸ καλοτύπωτο ἔργο τοῦ ἔγκριτου δημοσιογράφου κ. Γ. Ν. Παπαθανασόπουλου «Γ. Σαραντάρης, ὁ ἄνθρωπος, ὁ ποιητής, ὁ διανοούμενος». Τὴν ἐργασία του ταπεινόφρονα ἀναφέρει ὡς «δημοσιογραφικὴ ἔρευνα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του». Στὸ προοίμιο τοῦ βιβλίου ὁ συγγραφέας ἀναφέρει ὅτι κινεῖται στὰ γραφόμενά του ἀπὸ ἀγάπη καὶ θαυμασμό. Ὁ ποιητὴς κατέληξε στὸ ὅτι «ὅποιος παραδέχεται τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ δὲν μπορεῖ νὰ παραδεχθεῖ ἄλλη ἀλήθεια». Αὐτὸ συγκινεῖ τὸν συγγραφέα.
.       Ὁ ποιητὴς Γιῶργος Σαραντάρης (1908-1941) γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ Τσάκωνες γονεῖς, ποὺ ἦταν ἀπὸ τὸ Λεωνίδιο τῆς Πελοποννήσου. Μεγαλώνει καὶ σπουδάζει στὴν Μπολόνια τῆς Ἰταλίας. Ἀπὸ νωρὶς ἀσχολήθηκε μὲ τὴ νομική, τὴ φιλοσοφία καὶ τὴν ποίηση. Γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα καὶ μὲ τὴ δημοσιογραφία. Ἀνεπαύθη ἀνδρείως στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο στὰ βουνὰ τῆς Ἀλβανίας. Τὸν ἐνθουσίαζε ὁ Ντοστογιέφσκι, τὸν ἐνέπνεε ὁ Διονύσιος Σολωμὸς καὶ τὸν προβλημάτιζε ὁ Σπυρίδων Ζαμπέλιος. Πολλοὶ μιλοῦν ἀρκετὰ θετικὰ γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Σαραντάρη, Ἕλληνες καὶ ξένοι. Ἔμεινε στὴν Ἑλλάδα δέκα χρόνια. Κάπου ἀντιγράφει: «Δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο μιὰ δυστυχία, κι αὐτὴ εἶναι νὰ μὴν εἶναι κανεὶς ἅγιος». Εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὴ μητέρα του καὶ σώζονται τρυφερά του γράμματα πρὸς αὐτή.
.        Συνδέθηκε πολὺ μὲ τὸ σπουδαῖο ἔργο τοῦ μεγάλου Ντοστογιέφσκι. Τὰ βιβλία του τὰ διάβαζε μὲ δάκρυα. Ὁ Σαραντάρης ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ὀρθοδοξία ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι. Ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν Ρῶσο συγγραφέα γράφει γιὰ τὴ ζωή, τὸν θάνατο καὶ τὴν ἡδονὴ ὡς μητέρα τοῦ θανάτου. Σὲ ἄρθρο του ἀναφέρει: «Ὅποιος ἀτενίζει τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ παραμερίζει τὸν Χριστό, εἶναι σὰν νὰ μὴν ὑποπτεύεται πὼς εἴμαστε προορισμένοι στὴν αἰωνιότητα». Τολμᾶ νὰ γράψει: «Γιὰ μᾶς ἡ πίστη στὸν Θεάνθρωπο ὀφείλει νὰ εἶναι τὸ ἰδανικὸ τῶν ἀτόμων ὅλων τῶν ἐποχῶν. Πάνω σὲ τοῦτο δὲν δεχόμαστε συζήτηση…». Ὁ Σαραντάρης ἀγάπησε τὸ Εὐαγγέλιο θερμὰ καὶ μελέτησε καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Παρὰ τὶς ἀδυναμίες του πίστεψε δυνατὰ στὸν Χριστό.
.       Συμφωνοῦμε μὲ τὸν καλὸ συγγραφέα ὅτι ὁ ποιητὴς δὲν ἔγραψε γιὰ «ἐρημοκλήσια» καὶ «προσευχές», γιατί δὲν ἦταν φορμαλιστὴς χριστιανὸς καὶ ξέφυγε ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ θρησκευτικότητα. Δὲν ἠθικολόγησε, ἀλλὰ βίωσε καὶ ἐξέφρασε τὰ βιώματά του, μόνο μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Θεωρεῖ ὡς μεγαλύτερο ποιητὴ τὸν Διονύσιο Σολωμό. Ἐκτιμᾶ τὸν Ἀνδρέα Κάλβο. Ἐπιφυλάσσεται ὡς πρὸς τὸν Κωστὴ Παλαμὰ καὶ τὸν Κ. Π. Καβάφη. Ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα καὶ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ἔτρεφε ἐκτίμηση γιὰ τὸν Θεσσαλονικιὸ Νίκο Γαβριὴλ Πεντζίκη καὶ γιὰ τὸν Γιῶργο Σεφέρη, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἄλλους ποιητὲς τοῦ καιροῦ του. Ἀγαποῦσε πολὺ τὴ Θεσσαλονίκη. Κατὰ τὸν Ν.Γ. Πεντζίκη, ἡ ζωὴ στὴ συμπρωτεύουσα εἶναι πιὸ φιλική, πιὸ ἀνθρώπινη, πιὸ ἤρεμη σὲ σχέση μὲ αὐτὴ στὴν πολύβουη καὶ ἀτομοκεντρκὴ πρωτεύουσα. Συμπαθοῦσε τὴν ποίηση τῆς Ζωῆς Καρέλλη καὶ τῆς Μελισσάνθης. Εἶχε φιλίες καὶ συνεκτίμηση ἀπὸ διάφορους Θεσσαλονικεῖς λογοτέχνες.

.         Εἰλικρινὰ εὐχαριστοῦμε πολὺ τὸν κ. Γ. Ν. Παπαθανασόπουλο γιὰ τὴν πολύμοχθη, ἀξιόλογη καὶ ἀξιοπρόσεκτη ἐργασία του. Ἡ ἁγνότητα, ἡ ἁπλότητα, ἡ ἀγάπη στὴν ὀρθοδοξία καὶ τὴν πατρίδα κάνουν ἐπίκαιρο τὸν ποιητὴ Γιῶργο Σαραντάρη, ἂν κι ἔφυγε πρὶν ὀγδόντα χρόνια. Οἱ πέντε συλλογές του εἶναι ποιημάτων εὐαίσθητης καὶ ὡραίας καρδιᾶς. Γράφει: «Μιλῶ γιατί ὑπάρχει ἕνας οὐρανὸς ποὺ μὲ ἀκούει».

ΠΗΓΗ: ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Advertisements