Κουβαλάω στην καρδιά μου, 
Σαν σε χρηματοκιβώτιο που δεν κλείνει γιατί είναι γεμάτο,
Όλα τα μέρη απ’ όπου πέρασα,
Τα λιμάνια όλα όπου πήγα, 
Όλα τα τοπία που είδα απ’ τα παράθυρα, τα φινιστρίνια
Ή τα καταστρώματα, κάνοντας όνειρα.
Κι όλα αυτά, που είναι πολλά, 
Είναι λίγα γι’ αυτό που θέλω. 

Σταυρώνω τα χέρια στο τραπέζι, βάζω το κεφάλι στα χέρια, 
Και θέλω να κλάψω, αλλά δεν ξέρω πού τα δάκρυα να ψάξω… 
Όσο προσπαθώ τη λύπη μου να κρατήσω, δεν κλαίω, 
Η ψυχή μου κομμάτια 
Κάτω από τον κυρτό δείκτη που την αγγίζει…
Τί θα γίνει μ’ εμένα; Τί θα γίνει μ’ εμένα; 

Κάνε με ανθρώπινο, ώ νύχτα, κάνε με αδελφικό, φιλότιμο. 
Μόνο με ανθρωπιά μπορεί κανείς να ζήσει. 
Τους ανθρώπους μόνο αγαπώντας, τη δράση, 
Τη ματαιότητα της δουλειάς, 
Μόνο έτσι – αλοίμονό μου! – μόνο έτσι μπορεί κάποιος να ζήσει.
Μόνο έτσι, ω νύχτα, εγώ,
Ποτέ δε θα μπορέσω εγώ να ζήσω έτσι! 

Κάνε με μητρικό, ήρεμη νύχτα… 
Εσύ, που αφήνεις τον κόσμο στον κόσμο, εσύ που είσαι η ειρήνη, 
Εσύ που δεν υπάρχεις, που είσαι μόνο η απουσία του φωτός, 
Εσύ που δεν είσαι πράγμα, τόπος, ουσία, ζωή, 
Πηνελόπη που υφαίνεις ξεφτισμένο πρωινό από τη σκοτεινιά σου, 
Κίρκη ανύπαρκτη των ανθρώπων με πυρετό, των αναίτια θλιμμένων,
 Έλα σ΄εμένα, ω νύχτα, πάρε με απ’ το χέρι, 
Και γίνου δροσιά κι ανακούφιση, ω νύχτα, στο μέτωπό μου…
 
Φερνάντο Πεσσόα
Advertisements