Image

 
Σήμερα βγήκα για αγκινάρες και για κουκιά. Πολύ πρωί, πριν ανέβει ψηλά ο ήλιος. Οι αγκιναριές που φύτεψα πέρσι, είχανε μονάχα δυο αγκινάρες έτοιμες για κόψιμο, οπότε αποφάσισα να κάνω μια γύρα για να βρω κι άλλες, να συμπληρώσω το γεύμα. Από κουκιά κανένα πρόβλημα. Γεμάτες οι κουκιές, λυγάνε από το βάρος.
Υπάρχουνε διάφορα παρατημένα περιβόλια ολόγυρα. Περιβόλια και κτήματα που έχει να μπει μέσα τους ανθρώπινο χέρι ακόμα και πάνω από 50 χρόνια. Παράτησαν οι άνθρωποι τη γη τους και δώσανε τη ζωή τους αντιπαροχή για ένα μηνιάτικο. Οι αγκιναριές όμως που κάποτε φύτεψαν αυτοί ή οι πρόγονοί τους άκρη άκρη στα πετροντούβαρα των περιβολιών, δε λένε να παραδοθούν. Συνεχίζουν κάθε χρόνο τον κύκλο της ζωής τους σα να μην τρέχει τίποτα, κι ας μην περνάει άνθρωπος να κόψει τον καρπό τους. Ξεφυτρώνουν τον Οκτώβρη, μεγαλώνουν όλο το χειμώνα και γίνονται ένα πυκνό μεγάλο μπουκέτο από σπαθάτα φύλλα, τέτοια εποχή δένουν τους νοστιμότατους καρπούς τους, ύστερα ανθίζουν, ξεραίνονται και ξεσποριάζουν. Το καλοκαίρι χάνονται τα φυτά αλλά οι βολβοί κοιμούνται μες στη γη και ξανασκάνε στην ώρα τους. Χρόνια και χρόνια ο ίδιος αέναος κύκλος στις ίδιες θέσεις. Στις άκριες των περιβολιών, εκεί που τις είχαν φυτέψει οι περιβολάρηδες πριν τα εγκαταλείψουν. Οι αγκινάρες μένουνε για να θυμίζουνε το ανθρώπινο χέρι που με στοργή και φροντίδα τις έβαλε κάποτε στο χώμα.
Περπάτησα λοιπόν κάμποση ώρα μες στα δρομάκια του μικρού κάμπου κι είχα το νου μου να δω τα σπαθάτα τους φύλλα να ξεπετιώνται πάνω από τις ξερολιθιές. Βρήκα αρκετά φυτά που είχαν πάνω κάμποσο καρπό να μεγαλώνει. Έκοψα πέντε αγκινάρες, όσες χρειαζόταν για το μεσημεριανό τραπέζι, οικονομία δίχως κρίση, έβαλα όμως και τα σημάδια μου εκεί που υπήρχαν οι άλλες, αυτές που σε λίγες μέρες θα είναι έτοιμες.
Σήμερα το γεύμα μου το προσέφεραν οι αποθαμένοι περιβολάρηδες του χωριού κι οι απόγονοί τους οι παραδομένοι στη σύγχρονη ζωή και στην πολιτεία. Εκεί όπου την αγκινάρα την αγοράζουν έως και ένα ευρώ τη μία από τη λαϊκή αλλά και που τη θεωρούν σπάνια γκουρμεδιά και την πληρώνουν, ούτε ξέρω πόσο, στα «ψαγμένα» ρεστοράν τους.
Advertisements